”Βαρβάρα”
Παναγιώτης Τούντας 1936
τραγ:Στελλάκης Περπινιάδης
Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια
Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι
περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει
Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος
της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει
Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει τον αγκίστρωσε τον πιάνει
τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια
Κοίταξε μωρή Βαρβάρα, μη σου μείνει η λαχτάρα
τέτοιος κέφαλος με νύχι, δύσκολα να σου πετύχει
Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήξει
βάστα τον απ’ το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι
Στο καλάθι της τον βάζει κι από την χαρά φωνάζει
έχω τέχνη έχω χάρη ν’ αγκιστρώνω κάθε ψάρι
Για ένα κέφαλο θρεμμένο όλη νύχτα περιμένω
που θα `ρθεί να μου τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει
Στίχοι: Παναγιώτης Τούντας.
Η “Βαρβάρα”, του Παναγιώτη Τούντα, η οποία ηχογραφήθηκε στις αρχές του 1936, έγινε διάσημη αμέσως, τραγουδιόταν παντού και πουλούσε απίστευτα… Τραγούδησε ο Στελλάκης Περπινιάδης και έπαιξε η ορχήστρα του Γιουβάν Τσαούς. Το πονηρό περιεχόμενο των στίχων της “Βαρβάρας”, συνδέθηκε με την κόρη του δικτάτορα Λουκία η οποία λέγεται ότι ήταν νυμφομανής και ότι αυτό συνιστούσε μεγάλη ντροπή για τον πατέρα της. Πάντως η Λουκία ή Λουλού Μεταξά ήταν αρχηγός του γυναικείου τμήματος της ΕΟΝ και αργότερα το πρώτο από τα ιδρυτικά μέλη της ΣΠΙΘΑΣ! Το τραγούδι δεν αναφέρεται σε επαγγελματία πόρνη, αφ’ ενός μεν γιατί δεν έχει ποτέ γραφτεί ρεμπέτικο με τέτοιο περιεχόμενο και αφ’ ετέρου γιατί είναι πολύ καλά γνωστό ότι οι μάγκες σεβόντουσαν τις πόρνες! Διάσημη, λοιπόν, η “Βαρβάρα”, είχε πουλήσει πάνω από 90.000 δίσκους (ρεκόρ!) και προφανώς έτσι είχε μπει περισσότερο στο μάτι των σκοτεινών -και κυρίως των στερημένων- ψυχών, αυτών που συνήθως αποκαλούν τις μεγάλες χαρές της ζωής αμαρτίες… Ταυτόχρονα ξιφούλκησαν κι οι εντολολήπτριες κωλοφυλλάδες της εποχής (με τους υποταγμένους θλιβερούς υπαλλήλους τους, αυτοαποκαλούμενους δημοσιογράφους…) γράφοντας λίβελλους εναντίον της “Βαρβάρας” (αλλά στο βάθος στρέφονταν γενικότερα εναντίον του ρεμπέτικου, ικανοποιώντας έτσι και τα …παλικάρια του “ελαφρού”). Ξαμολήθηκαν, που λέτε, τα καρακόλια και έκαναν κατάσχεση σ’ όλες τις “Βαρβάρες” που έβρισκαν. Έτσι, ένα χιουμοριστικό τραγουδάκι, η “Βαρβάρα” αποτελεί το πρώτο “θύμα” των διώξεων, οι οποίες θα συντελούσαν -όπως πίστευαν- οι (α)χρηστοί εμπνευστές τους, για να προστατευτούνε τα ήθη του λαού.
Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1936, μάλιστα, παραπέμφθηκαν σε δίκη οι Λαμπροπουλαίοι (εκδότες του δίσκου), ο Τούντας (συνθέτης), ο Στελλάκης (τραγουδιστής) και 90 καταστηματάρχες που πουλούσαν την …αμαρτωλή “Βαρβάρα”. Οι εκδότες Λαμπροπουλαίοι απαλλάχτηκαν, γιατί είπαν ότι υπεύθυνος των δισκογραφικών εκδόσεων ήταν ο Τούντας. Ο ίδιος ο Τούντας πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο, ενώ ο Στελλάκης πλήρωσε μεν μικρό πρόστιμο, αλλά δέχτηκε αυστηρή επίπληξη επειδή αν και ιεροψάλτης, ερμήνευσε ένα τέτοιο ανήθικο άσμα. [πηγή: Πάνος Σαββόπουλος]
